κρυπτός

κρυπτός, ή, όν потайной, потаенный (ср. криптография)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κρυπτός" в других словарях:

  • κρυπτός — hidden masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυπτός — ή, ό (AM κρυπτός, ή, όν) [κρύπτω] 1. αυτός που μένει αφανής, κρυμμένος, κρυφός, μυστικός (α. «ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον» β. ἐπεποίητο γὰρ οἱ κρυπτὴ διῶρυξ ἐκ τῆς ἀκροπόλιος φέρουσα ἐπὶ θάλασσαν», Ηρόδ.) 2. φρ. «ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ» εντελώς… …   Dictionary of Greek

  • κρυπτότερον — κρυπτός hidden adverbial comp κρυπτός hidden masc acc comp sg κρυπτός hidden neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυπτόν — κρυπτός hidden masc acc sg κρυπτός hidden neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυπτοῖς — κρυπτός hidden masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυπτοῖσιν — κρυπτός hidden masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυπτοί — κρυπτός hidden masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυπτοῦ — κρυπτός hidden masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυπτούς — κρυπτός hidden masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυπτέ — κρυπτός hidden masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρυπτῶς — κρυπτός hidden adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.